Loading...
Skip to Content

ΚΤΙΤΟΡΕΣ

Σύμφωνα μέ τίς πηγές, καί πρωτίστως τά ἀρχαιότερα ἔγγραφα τοῦ ἀρχείου τῆς Μονῆς, κτίτορές της ὑπῆρξαν δύο ἐπιφανεῖς Κωνσταντινουπολίτες ἀξιωματοῦχοι πού ἔδρασαν στρατιωτικά κατά τήν περίοδο αὐτή στή Μακεδονία, οἱ ἀδελφοί ᾿Αλέξιος καί ᾿Ιωάννης, οἱ ὁποῖοι κατά τήν περίοδο ἱδρύσεως τῆς Μονῆς ἔφεραν τούς στρατιωτικούς τίτλους τοῦ μεγάλου στρατοπεδάρχου καί μεγάλου πριμικηρίου ἀντιστοίχως. Οἱ στρατιωτικές τους ἐπιτυχίες καί ἡ ἐξ ἀγχιστείας συγγενική τους σχέση μέ τόν αὐτοκράτορα ᾿Ιωάννη Ε´ Παλαιολόγο τούς κατέστησαν κατόχους μεγάλων ἐκτάσεων γῆς στήν ᾿Ανατολική Μακεδονία (Χρυσούπολη, ᾿Ανακτορόπολη, Θάσος, Χριστούπολη), ἀρκετές ἀπό τίς ὁποῖες ἀργότερα δώρισαν στή Μονή. Τό 1365 ἦταν διοικητές τῆς Χριστουπόλεως (σημερινή Καβάλα) καί μερίμνησαν ἰδιαιτέρως γιά τήν ἀσφάλεια τῶν περιοχῶν πού κατεῖχαν. Μάρτυρες αὐτῆς τῆς πρόνοιας παραμένουν τά ἐρείπια τοῦ ἐπιβλητικοῦ πύργου τοῦ Μαρμαρίου στήν ᾿Αμφίπολη, στήν ἀριστερή ὄχθη τοῦ Στρυμόνα, ὁ ὁποῖος ἀνεγέρθηκε τό 1367 καί πρό τοῦ 1384 περιῆλθε στή Μονή, ὅπως προκύπτει ἀπό μία πολύ σημαντική ἐπιγραφή πού βρισκόταν ἐντοιχισμένη σ᾿ αὐτόν, ὅπου μνημονεύονται ἡ «νέα Μονή τοῦ Παντοκράτορος» —νέα προφανῶς σέ σχέση μέ τήν ὑφιστάμενη ἀπό τόν 12ο αἰώνα ὁμώνυμη Μονή τῆς Κωνσταντινουπόλεως— καί τά ὀνόματα τῶν κτιτόρων της·

῾Ο ἀκριβής χρόνος ἱδρύσεως τῆς Μονῆς δέν μᾶς εἶναι γνωστός. Εἰκάζεται, ὡστόσο, ὅτι ἡ ἀνέγερσή της πρέπει νά ἄρχισε πρό τοῦ ἔτους 1357 καί πώς πρέπει νά ἱδρύθηκε μεταξύ τῶν μηνῶν ᾿Απριλίου καί Αὐγούστου αὐτοῦ τοῦ ἔτους. Τήν ἴδια χρονική περίοδο (᾿Απρίλιος 1357) ὁ αὐτοκράτορας ᾿Ιωάννης Ε´ Παλαιολόγος καί ὁ πατριάρχης Κάλλιστος Α´ ἐπικύρωσαν μέ χρυσόβουλλο λόγο καί σιγιλλιῶδες γράμμα ἀντιστοίχως τήν παραχώρηση ἀπό τόν Πρῶτο Δωρόθεο τοῦ Κελλιοῦ —παλαιοῦ μονυδρίου— τοῦ Ραβδούχου στίς Καρυές πρός τούς δύο ἀδελφούς. Τό Κελλί αὐτό προσαρτήθηκε λίγο ἀργότερα στή Μονή, μετά τήν ἵδρυσή της. ῾Η Μονή ἐμφανίζεται καί σέ ἁγιορειτικά ἔγγραφα τῶν ἀμέσως ἑπομένων ἐτῶν, ἐνῶ τό Καθολικό της ἐγκαινιάσθηκε, σύμφωνα μέ σωζόμενη ἐπιγραφή, τό 1362/3 ἀπό τόν πατριάρχη Κάλλιστο Α´, ὁ ὁποῖος καί τήν ἀνεκήρυξε πατριαρχική, ἐνῶ ἀπό τό 1367 χαρακτηρίζεται καί ὡς βασιλική. ῾Ο ἴδιος πατριάρχης ἐξέδωσε καί τυπικό γιά τή Μονή, τό ὁποῖο δυστυχῶς ἀπωλέσθηκε, μέ τό ὁποῖο μεριμνοῦσε γιά τήν ἀνεξαρτησία καί τήν κοινοβιακή τάξη τῆς Μονῆς, καθώς καί γιά τήν πνευματική κατάσταση τῶν μοναχῶν της.

Λίγα χρόνια ἀργότερα, μεταξύ Μαρτίου τοῦ 1368 καί Φεβρουαρίου τοῦ 1369, ὁ ᾿Αλέξιος ἀπεβίωσε, πιθανότατα ὑπερασπιζόμενος τό νησί τῆς Θάσου ἀπό τούς Τούρκους. Τό κτιτορικό ἔργο συνέχισε ὁ ᾿Ιωάννης μαζί μέ τή σύζυγό του ῎Αννα ᾿Ασανίνα Κοντοστεφανίνα, ὅπως μαρτυρεῖται σέ ἔγγραφα αὐτῆς τῆς περιόδου καί κυρίως στή μερική Διαθήκη τοῦ ᾿Ιωάννου τόν Αὔγουστο τοῦ 1384· «ἐπεὶ δὲ τοίνυν πρὸ χρόνων πολλῶν, ἔτι περιόντος τοῦ μακαριωτάτου μου ἐκείνου αὐταδέλφου, περιφανεστάτου μεγάλου Στρατοπεδάρχου, μονὴν ἀμφότεροι τῷ Παντοκράτορι Χριστῷ κατὰ τὸ περιφανέστατον καὶ λαμπρότατον ῞Αγιον ῎Ορος τοῦ ῎Αθω ἐκ βάθρων αὐτῶν ἀνεγείραμεν, ἐκείνου τε ἐφεξῆς τὸ ζῆν ἐκμετρήσαντος, μόνος αὐτὸς περιλειφθείς, τὸ λειπόμενον τῷ τῆς τελείας ἀνεπλήρωσα ἀνακτήσεως».

῾Η ἀσταθής πολιτική κατάσταση καί οἱ στρατιωτικές ἐπιτυχίες τῶν Τούρκων ὁδήγησαν τόν ᾿Ιωάννη στήν ἀπόφαση νά ζητήσει ἀπό τόν Βενετό δόγη ᾿Ανδρέα Κονταρίνι τό δικαίωμα τοῦ Βενετοῦ πολίτη, τό ὁποῖο καί ἔλαβε τόν ᾿Ιανουάριο τοῦ 1374, χωρίς ὅμως νά καταφύγει ποτέ στή Βενετία. Παρέμεινε στή Μακεδονία, συνεχίζοντας τήν προάσπιση τῶν βυζαντινῶν κτήσεων πού τοῦ ἀνῆκαν, ὅπως τοῦ Μαρμαρολιμένα τῆς Θάσου, ὅπου ἀνήγειρε πύργο καί τεῖχος, ἀλλά καί τῶν δωρεῶν πρός τή Μονή του. Παρέμεινε ἐνεργός τουλάχιστον ὥς τά τέλη τοῦ ἔτους 1384, ὁπότε καί ἀποσύρθηκε στή Μονή, ὅπου ἔζησε τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῆς Μονῆς ὁ ᾿Ιωάννης ἐκάρη μοναχός, λαμβάνοντας τό μοναχικό ὄνομα ᾿Ιωαννίκιος. Μνημεῖο τῆς παρουσίας του καί τοῦ θανάτου του στή Μονή περί τό 1386/7 παραμένει ὁ «Τάφος τῶν κτιτόρων» —στή βόρεια πλευρά τῆς Λιτῆς σήμερα—, ὁ ὁποῖος καλυπτόταν μέ ψευδοσαρκοφάγο, χρονολογούμενη τόν 14ο αἰώνα, τμῆμα τῆς ὁποίας ἔχει διασωθεῖ.

῾Μετά τό θάνατο τῶν κτιτόρων ἡ Μονή ἀντιμετώπισε μία σοβαρή δοκιμασία, ἐξαιτίας καταστρεπτικῆς πυρκαγιᾶς πού ξέσπασε τό 1392 στό νεόδμητο κτιριακό της συγκρότημα, ἀποτεφρώνοντας ἤ προκαλώντας σοβαρές καταστροφές σέ πολλά ἀπό τά κτιτορικά κτίσματα καί στό ἀρχεῖο της, μέ τήν ἀπώλεια ἀρκετῶν σημαντικῶν ἐγγράφων. Τό γεγονός αὐτό ὁδήγησε τούς παντοκρατορινούς μοναχούς στήν δραστηριοποίησή τους, ὥστε νά διασφαλιστοῦν οἱ κτήσεις τῆς Μονῆς ἐντός καί ἐκτός τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους μέ τήν ἐπανέκδοση τῶν σχετικῶν ἐπικυρωτικῶν ἐγγράφων, καί νά ἀνοικοδομηθοῦν τά κατεστραμμένα κτίρια. ῎Ετσι, κατοχύρωσαν ἀρχικά, τόν Δεκέμβριο τοῦ 1392, τήν κτήση τῶν ἕξι κελλιῶν τους στό ῞Αγιον ῎Ορος μέ ἔγγραφο τοῦ Πρώτου ῾Ιερεμία καί τῆς Συνάξεως τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ἐνῶ στή συνέχεια ἀπευθύνθηκαν στόν αὐτοκράτορα Μανουήλ Β´ Παλαιολόγο, ὥστε νά κατοχυρώσουν τίς κτήσεις τῆς Μονῆς ἐκτός τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. Πράγματι, ὁ Μανουήλ προέβη στήν ἐπικύρωση τῶν κτήσεων τῆς Μονῆς στή Λῆμνο καί στήν ᾿Ανατολική Μακεδονία μέ τρία χρυσόβουλλα, τά ὁποῖα ἀπολύθηκαν τόν Αὔγουστο τοῦ 1393 καί τόν ᾿Ιανουάριο τοῦ 1394 καί 1396.

Τήν ἔκδοση τῶν ἀνωτέρω χρυσοβούλλων ἀκολούθησαν σχετικά σιγίλλια τοῦ πατριάρχη ᾿Αντωνίου Δ´, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε ἰδιαίτερη πρόνοια ὑπέρ τῆς Μονῆς, μέ τήν ἔκδοση τεσσάρων συνολικά πατριαρχικῶν ἐγγράφων. Τά δύο ἐξ αὐτῶν ἀφοροῦσαν στήν ἐπικύρωση τῶν μετοχίων τῆς Μονῆς στήν ᾿Ανατολική Μακεδονία καί στή Λῆμνο, ἐνῶ τά ἄλλα δύο, χρονολογούμενα τόν ᾿Ιανουάριο καί τόν ᾿Απρίλιο τοῦ 1396, ἐπιλαμβάνονταν σοβαρῶν ζητημάτων σχετικῶν μέ τήν ἀνεξαρτησία τῆς Μονῆς ἀπό τόν Πρῶτο τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, τόν ἐπίσκοπο ῾Ιερισσοῦ καί τούς πατριαρχικούς ἐξάρχους, καθώς καί μέ τόν ἐσωτερικό βίο τῆς Μονῆς (κοινοβιακή τάξη, σχέσεις ἡγουμένου-μοναχῶν κ.ἄ.).