Loading...
Skip to Content

ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ

Για να έχουμε μια σαφή εικόνα των όσων μπορούμε να διακρίνουμε ατενίζοντάς τες, καλό θα είναι να επιχειρήσουμε μια προσέγγιση της εποχής στην οποία ζει και αγιογραφεί ο συγκεκριμένος αγιογράφος.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό του ιδ΄ αιώνα. Τις τοιχογραφίες χορηγούν οι αυτάδελφοι Αλέξιος και Ιωάννης, αξιωματούχοι από την Κωνσταντινούπολη. Ο πρώτος, στρατιωτικός, σκοτώνεται σε κάποια μάχη στη Θάσο έναντι των Τούρκων. Ο δεύτερος στη συνέχεια γίνεται μοναχός. Οι Τούρκοι μια αναπνοή από τις πύλες της Κωνσταντινούπολης. Το Άγιο Όρος και άλλα μέρη μαζί καταλαμβάνονται διαδοχικά και κατ’ επανάληψη από τους Τούρκους, Καταλανούς, Σέρβους και επανέρχονται πίσω στη Βυζαντινή επικράτεια για κάποιες φορές μέχρι την τελειωτική κατάρρευση.

Σε όλη αυτήν την κατάσταση αντιλαμβάνεται κανείς ότι βρισκόμαστε στη δίνη πολλών ανατροπών, πολέμων, αντιξοοτήτων, λυπηρών γεγονότων, προδοσιών, απορίας και σάλου. Και η αυτοκρατορία όλο και συρρικνώνεται. Οι δυτικές επιδράσεις και επιρροές κάνουν εμφανή την παρουσία τους. Τον ίδιο καιρό, λες και βρισκόμαστε σε κάποιον άλλο πλανήτη, ανθεί ο ησυχασμός όχι μόνο στα μοναστήρια αλλά και στον κοινό λαό. Το θαβώρειο φως, η καρδιακή προσευχή συζητιούνται στα καφενεία. Το Άγιο Όρος βρίσκεται στο επίκεντρο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, πρωτοστάτης, σηκώνει το βάρος μιας αναμέτρησης με τον λατινόφρονα Βαρλαάμ και με όλον τον πολιτισμό και τη θεολογία που μεταφέρει. Μαζί με τον Παλαμά συσπειρώνεται ένας ολόκληρος σύλλογος μεγάλων προσωπικοτήτων που ζει σε αλλιώτικους ρυθμούς από τους κοσμικούς. Την ίδια εποχή αγιογραφείται η Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη και πλήθος άλλων ιερών ναών σε όλη την Πόλη και τη Μακεδονία. Έτσι και το Άγιο Όρος του Άθω, ως συγκοινωνούντα δοχεία πνεύματος και τέχνης, δεν έμεινε άμοιρο του πνευματικού και καλλιτεχνικού γίγνεσθαι της εποχής. Το Πρωτάτο αγιογραφείται από τον Πανσέληνο και άλλοι ακόμη ναοί της Αθωνικής πολιτείας, ένας από τους οποίους είναι και ο της Παντοκράτορος. Και θαυμάζει κανείς πώς μπορούν να συνδυαστούν όλα τα αντίθετα πράγματα! Άλλοι ρυθμοί για τον κόσμο του πνεύματος. Την ίδια περίοδο στον Μυστρά ζωγράφιζαν, όντας ο Μυστράς πολιορκημένος. Φαίνεται ότι ο τόπος το έχει συνήθειο του να βγάζει ελεύθερους πολιορκημένους. Είναι η νομοτέλεια της εμπνεύσεως. Μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια να φτάνεις στη θέα της ομορφιάς.

Στις συγκεκριμένες τοιχογραφίες της Μονής Παντοκράτορος το συμπεραίνεις αυτό αυθόρμητα. Τα οσιακά βυζαντινά πρόσωπα αναδύονται μέσα από τα σπαράγματα των νατουραλιστικών σωμάτων σαν από κάποιες χαραμάδες μιας άλλης πραγματικότητας, σαν κάποια παράθυρα στον κόσμο του επέκεινα. Είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος, ο κόσμος της φθοράς και ο κόσμος της θείας απεραντοσύνης. Σαν να παλεύουν η ζωή και ο θάνατος ποιος θα επικρατήσει. Ο έτερος νόμος του πνεύματος που συμπορεύεται με τον νόμο της φθοράς όπως θα έλεγε ο Απόστολος Παύλος. Τώρα έτσι όπως στέκονται ακίνητοι, γαλήνιοι ή με τις πομπώδεις τελετουργικές χειρονομίες τους, καταυγασμένοι από την αήδια μεγαλοπρέπεια, οι φιλάδελφοι αυτοί Άγιοι, μας ατενίζουν και μας λένε: είμαστε και εμείς άνθρωποι που κουβαλούμε το οστράκινο σκεύος μας, με τα κουσούρια μας και τα λάθη μας. Γι’ αυτό και σας καταλαβαίνουμε. Δεν στεκόμαστε εδώ για να σας μαστιγώσουμε για τα λάθη και τις αδυναμίες σας, αλλά να σκουπίζουμε το δάκρυ σας, τον ιδρώτα σας, να καλύψουμε, να βοηθήσουμε. Από πόσους και πόσους μοναχούς θα αφουγκράστηκαν τις λάλες σιωπές τους, ένιωσαν τα πένθη και τις απώλειές τους, τις θλίψεις και τα άγχη τους, τους φόβους και τους πανικούς τους, τις ματαιώσεις και τις απογοητεύσεις τους! Αλλά και τις στιγμές της χάριτος, όταν ο Θεός καταλυτικά συγκαταβαίνει στη ζωή ως αύρα λεπτή ή και Πυρ καταναλίσκον.

 

Οι σκληρές, ακαθόριστες, αινιγματικές και ατίθασες πινελιές που εφορμούν στις Παντοκρατορινές εικόνες τις αναδεικνύουν περισσότερο σμιλευμένες παρά ζωγραφισμένες, επιτείνοντας την αίσθηση του μυστηρίου. Στους Αδελφούς Καραμάζοφ, λέει ο Μίτια στον Αλιόσα: «Η ομορφιά είναι κάτι τρομερό και φοβερό. Είναι τρομερή γιατί είναι ακαθόριστη, και δεν μπορείς να την καθορίσεις γιατί ο Θεός μονάχα αινίγματα μας έθεσε. Εδώ σμίγουν τα πιο απόμακρα ακρογιάλια, εδώ ζουν όλες οι αντιφάσεις. Τα μυστήρια είναι πάρα πολλά, πάρα πολλά αινίγματα βασανίζουν τον άνθρωπο σε τούτη τη γη… Η ομορφιά! Το τρομερό είναι που η ομορφιά είναι όχι μονάχα φοβερή μα και μυστηριώδης. Είναι ο διάβολος που παλεύει με τον Θεό και το πεδίο της μάχης είναι οι καρδιές των ανθρώπων».

Αυτά τα λόγια πιστεύω πως ταιριάζουν απόλυτα με αυτές τις τοιχογραφίες και συγκεκριμένα με τα πρόσωπα των οσίων. Το Άγιο Όρος, τόπος πνευματικής ασκήσεως και πάλης, ένας εμπόλεμος τόπος, με τους μοναχούς του να έχουν σμιλευμένα πάνω στο είναι τους τα στίγματα του εκούσιου μαρτυρίου τους, καθίσταται ένας τόπος υπερθετικά καλλιτεχνικός, ή φιλοκαλικός, όπως θα τον ήθελε η θεολογική γραμματεία.

Αυτοί οι γέροντες που θα σύχναζαν εκεί, θα στάθηκαν πηγή εμπνεύσεως για τον μυστηριώδη αγιογράφο της Μονής Παντοκράτορος. Έξω στα πεζούλια του ναού θα έβλεπε κάποιους απόκοσμους καλογέρους να κάθονται και να συλλογιούνται, να αναμετρούνται με τη φθορά, να συνδιαλέγονται με τον Θεό. Θα ερχόταν εκεί που αγιογραφούσε και με θαυμασμό και δέος θα ατένιζαν τις νέες αγιογραφίες.

Γι’ αυτό δεν αγιογραφεί απλώς, αλλά θεολογεί το μυστήριο της πάλης του Θεού με τον άνθρωπο. Είναι αυτός ο τόπος και για αυτόν τον λόγο ιερός. Και οι λίθοι κεκράξονται, και τα χώματα όπου αναπαύονται τα πολλά σώματα των κεκοιμημένων πατέρων αναδίδουν «μια οσμή κεραυνού σαν από θειάφι, του βουνού ο πυθμένας όπου θάλλουν οι νεκροί άνθοι της αύριον», όπως λέει ο ποιητής.

Τα μυστήρια που αποκαλύπτονται μπροστά σε τέτοιες εικόνες δεν είναι απλά. Προϋποθέτουν βάπτισμα στην παράδοση και στη θεολογία. Γι’ αυτό και δεν είναι ευκολόπεπτα. Μπορεί εύκολα να πει κανείς ότι οι εικόνες αυτές είναι απλοϊκές ή προχειροδουλεμένες, αλλά μια έμπειρη ματιά μπορεί να διαβλέψει έναν ώριμο καλλιτέχνη, που δεν βολεύεται με την πεπατημένη οδό, σίγουρο για αυτό που επιχειρεί και τολμηρό εξερευνητή του αγνώστου.

Ο δημιουργός έχει ως σκοπό να φανερώσει και συγχρόνως να κρύψει έναν κόσμο που στα μάτια των πολλών παραμένει ακατάληπτος, περιγράφει αυτά που δεν μπορούν να δουν τα μάτια των πολλών και για αυτό καθίσταται προφήτης. Μπορεί ακόμη να σου μιλά για τιποτένια πράγματα, που όμως μας τα χαρίζει μεταμορφωμένα και ακατάλυπτα. Αν αυτό συμβαίνει σε κάθε μορφή τέχνης, πολύ ιδιαίτερα απαντάται στη βυζαντινή, διότι σηκώνει στους ώμους της παράδοση και πολιτισμό αξεπέραστο και ανεξιχνίαστο ακόμη και σήμερα.

Είναι ο κόσμος του πάθους και του συναισθήματος. Του πάθους εκείνου που ξεσήκωνε τον Βυζάντιο πληθυσμό, όταν εξορίστηκε ο Χρυσόστομος ή αργότερα κατά τη στάση του Νίκα, του πάθους εναντίον των εικονομάχων ή εναντίον της ενώσεως των Εκκλησιών, με την οποία οι αυτοκράτορες πίστευαν ότι θα εξαγόραζαν τη βοήθεια της Δύσεως.

Η βιαιότητα των περίφημων βυζαντινών ερίδων, που μας φαίνονται σήμερα μάταιες γιατί παραγνωρίζουμε τη βαθύτερη σημασία τους, αποτελεί την καλύτερη απόδειξη του πάθους αυτού για τη γνώση του κόσμου του επέκεινα, που τον θεωρούσαν ως τον σημαντικότερο. Ένα πάθος που χωρίς αυτό δεν θα είχαμε Βυζάντιο και βυζαντινό πολιτισμό — κάτι που λείπει από τη σημερινή κοινωνία, και γίνεται ό,τι γίνεται. Είναι η ζέση που δονεί ολόκληρη τη βυζαντινή τέχνη, την τέχνη των εικόνων.

Εικόνα! Τι μαγικές λέξεις γεννά η ελληνική γλώσσα! Τι πλούτος εκφραστικός και ανερμήνευτος! Αν και μόνο η λέξη είναι ένα θαύμα, τότε τι γίνεται όταν προχωρήσουμε πιο βαθιά! Μπροστά σε μια βυζαντινή εικόνα ζούμε τη «βασιλεία του Θεού εληλυθυῖαν ἐν δυνάμει».

«Ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου». Αυτά τα λόγια λέγει ο Κύριος στο Ευαγγέλιο της Κυριακής της Ορθοδοξίας, της αναστηλώσεως των Εικόνων — όχι τυχαία. Πράγματι, η εικόνα είναι ένα παράθυρο προς την αιωνιότητα, ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας.

Όταν στο ίδιο Ευαγγέλιο ο Ναθαναήλ δεν πιστεύει τον Φίλιππο ότι πραγματικά βρήκε τον Μεσσία, εκείνος του λέει, «ἔρχου καὶ ἴδε» — η όραση και όχι η ακοή θα καταδείξει την αλήθεια.

Εδώ βασιλεύει η υπερκόσμια γαλήνη, η λειτουργική μεγαλοπρέπεια, το ανέκφραστο κάλλος.

Μια ψιμυθιά, μια ατέλειωτη πινελιά, το εσωστρεφές βλέμμα, η ανεπαίσθητη έκφραση, το αίνιγμα της σιωπής και το μυστήριο τελεσιουργείται· τόσο απλά αλλά και τόσο σοφά. Πάντα η τελειότητα είναι απλή και ανεπιτήδευτη. Μηδέν άγαν! Αυτό βέβαια δεν είναι και τόσο εύκολο όσο φαντάζει.

Έχω δει πολλά αντίγραφα εικόνων του Πανσελήνου και άλλων μεγάλων ζωγράφων και πραγματικά είναι κατά πολύ επιτυχημένα. Δεν έχω δει όμως αντίγραφα ικανοποιητικά των τοιχογραφιών της Μονής Παντοκράτορος. Είναι εικόνες που δεν σηκώνουν απομίμηση. Το αλλόκοτο πλάσιμο, ιδιαίτερα των γεροντικών προσώπων, δημιουργεί αφλογιστία στα πινέλα των αγιογράφων. Και εδώ, νομίζω, φαίνεται η μεγαλοσύνη αυτών των τοιχογραφιών.

Κάποτε στην αρχαιότητα ο ζωγράφος Πλίνιος έδωσε στους μαθητές του να ζωγραφίσουν την ωραία Ελένη. Όταν μετά από ώρα είδε κάποιον μαθητή να την έχει ζωγραφίσει με πολλά πλουμίδια και στολίδια, του είπε: «Εσύ, μη μπορώντας να κάνεις την Ελένη ωραία, την έκανες πλούσια».

Η ώριμη ζωγραφιά δεν είναι αυτή που δεν έχεις τίποτε άλλο να προσθέσεις, αλλά το αντίθετο: όταν δεν έχεις τίποτε άλλο να αφαιρέσεις.

Στις τοιχογραφίες της Μονής Παντοκράτορος αυτό καθίσταται κανόνας — αν μπορούμε να μιλούμε για κανόνες σε αυτές τις εικόνες. Και αυτό τις κάνει αντικλασικές, όπως πολύ σωστά χαρακτηρίστηκαν.

Και μια που μιλούμε για κανόνες, καλό θα είναι να επισημάνουμε και την ιδιαιτερότητα αυτών των εικόνων και στο σχεδιαστικό κομμάτι. Οι ολόσωμες φιγούρες συνήθως γίνονται με 8 κεφάλια. Εδώ έχουμε 7 κεφάλια — κάτι που τις κάνει να επικεντρώνεται η προσοχή στο πρόσωπο. Κάτι που δεν το θεωρώ τυχαίο, αν αναλογιστεί κανείς και την όλη θεολογία περί προσώπου και θεώσεως που κυριαρχεί την εποχή αυτή.

Μας ωθεί να βγούμε από τα στερεότυπα, να ανοιχτούμε στη συναρπαστική ατραπό του αγνώστου.

Αν και ο ζωγράφος της Μονής Παντοκράτορος δεν απολάμβανε ελευθερίες που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες για τον καλλιτέχνη, μπόρεσε όμως να απελευθερώσει όλο τον εσωτερικό του δυναμισμό σε μια εντελώς δική του προσωπική έκφραση.

Όλο το βάρος της πνευματικής παρακαταθήκης που σηκώνει στους ώμους του ασυναίσθητα, γίνεται πηγή που αναβλύζει ύδωρ ζωηρό.

Οι ησυχαστικές έριδες που λίγο πριν αναφέραμε δεν συνέβησαν τυχαία τότε. Και δεν υπήρξαν αυτοτελή γεγονότα των καιρών. Ήταν συνέπεια μιας μεγάλης πνευματικής βυζαντινής παρακαταθήκης, που μπόρεσε, άντεξε και αφομοίωσε κάθε τι που απειλούσε να την αλώσει. Πάνω στις ζωγραφιές εκείνης της ένδοξης περιόδου μπορούμε να ψηλαφίσουμε όλη τη διδασκαλία των Πατέρων που αγωνίστηκαν υπέρ των ιερῶς ησυχαζόντων αλλά και σύνολης της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Γι’ αυτό και οι εικόνες δεν είναι απλά το βιβλίο των αγραμμάτων, ωσάν οι εγγράμματοι να μην τις χρειάζονται.

Διδάσκουν, όχι γιατί πληροφορούν, αλλά γιατί φανερώνουν· φανερώνουν «α ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη», με μυστικό τρόπο, τον «ὡραῖον κάλλει παρὰ πάντας ἀνθρώπους».

Δεν μεταφράζουν το μυστήριο, αλλά μας αναγάγουν εν μυστηρίῳ στην «καινή γη» — όχι κρατώντας τον Θεό στη δική μας πτωχεία, αλλά αναγάγοντάς μας στον δικό Του πλούτο. Αυτό επιτυγχάνεται διότι η εικόνα είναι διαβατική, πασχάλια — όχι σαν καλλιτέχνημα, αλλά ως «καινή γλώσσα». Η συνέχεια των μυστηρίων.

Πιστεύω, η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας ενεργεί και πέραν των Ιερών της Μυστηρίων και δρα σε κάθε έκφανση της ζωής μας.

Ίσως μια άλλη διατύπωση να είναι ότι τα Ιερά Μυστήρια επεκτείνονται και πέραν του περιοριστικού τόπου και χρόνου στον οποίον επιτελούνται.

Ο κόσμος, ως κόσμημα και ποίημα του Θεού, είναι συνυφασμένος με την ομορφιά. Ο ίδιος ο Θεός ευφραίνεται να συγκατοικεί με την ωραιότητα.

Η Εκκλησία απ’ αρχής διακατέχεται από αυτό το γεγονός και επιχειρεί ανά τους αιώνες, μαζί με τη σωτηρία των ψυχών, να φανερώνει το κάλλος αυτό στην οικουμένη. Είναι αυτός ο Κύριος το Κάλλος που σώζει τον κόσμο. Ζούμε σε μια εποχή όπου το κάλλος και η ασχήμια τείνουν να εξομοιωθούν. Ο καταιγισμός των πληροφοριών, η αντικατάσταση του πολιτισμού από την πολιτισμένη ζωή, η αντικατάσταση της φιλοκαλίας από τη χρησιμοθηρία, και όποιες άλλες περίεργες καταστάσεις που βιώνουμε όλοι γύρω μας, ευτελίζουν τη ζωή και τον άνθρωπο.

Η εικόνα μπορεί να είναι ένας τρόπος για να δούμε τη ζωή με άλλους οφθαλμούς· ένα παράθυρο, μια χαραμάδα στην αιωνιότητα που θα γεμίζει φως τις δύσκολες μέρες που βιώνουμε όλοι.

 

Ιερομόναχος Λουκάς Ξενοφωντινός