Loading...
Skip to Content

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Τό ῞Αγιον ῎Ορος «ἐπροσκύνησεν τὸν σουλτὰν ᾿Αμουράτην [= Μουράτ Β´]» τό ἔτος 14234, ὅπως καταγράφεται σέ ἐνθύμηση τοῦ βατοπεδινοῦ κώδικα 1201. Οἱ ῾Αγιορεῖτες, διαβλέποντας τή μοιραία κατάληξη τοῦ Βυζαντίου καί κάτω ἀπό τήν πίεση τῶν τουρκικῶν κατακτήσεων τῶν περισσοτέρων ἐδαφῶν τῆς Μακεδονίας πού εἶχαν προηγηθεῖ, ὁδηγήθηκαν στήν ἀπόφαση νά δηλώσουν ὑποταγή στούς Τούρκους. ῾Η πράξη τους αὐτή, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε στήν προστασία τῶν Μονῶν ἀπό τή λεηλασία καί τήν καταστροφή, δέν ἀπέτρεψε τή βαρύτατη φορολόγησή τους, ἡ ὁποία δημιούργησε ἔκτοτε καί καθ᾿ ὅλη τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας σοβαρά προβλήματα λειτουργίας, ἀκόμη καί ἐπιβίωσης, σέ ὅλες τίς ἁγιορειτικές Μονές.

Κατά τήν περίοδο αὐτή ἡ Μονή, μέ ἡγούμενο τόν ἱερομόναχο Νίκανδρο (1423), κατόρθωσε νά ἀντιπαλαίσει τίς ἀντίξοες συνθῆκες, δεχόμενη ἕνα σημαντικό ἀριθμό δωρεῶν καί νέων μετοχίων, πού τήν ἐνίσχυσαν οἰκονομικά καί τῆς προσέδωσαν μία σχετική οἰκονομική εὐρωστία. Τό 1471, ἐπί ἡγουμενίας τοῦ ᾿Ιγνατίου, τήν ἐπισκέφθηκε καί ρύθμισε θέματα τῆς Μονῆς ὁ μαθητής τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ἅγιος Διονύσιος Α´, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί νέος κτίτορας τῆς Μονῆς Εἰκοσιφοινίσσης στό Παγγαῖο, μετά τήν πρώτη παραίτησή του ἀπό τόν οἰκουμενικό θρόνο. Τήν ἴδια περίοδο, ὁ πρώην ἡγούμενος τῆς Μονῆς ᾿Ιγνάτιος Ζαγρήφας ἀναδείχθηκε σέ Πρῶτο τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους (1483-1496), ἐνῶ μερικές δεκαετίες ἀργότερα, τό 1522 στό ἴδιο ἀξίωμα προβλήθηκε καί ὁ Παντοκρατορινός ἱερομόναχος Νήφων.

᾿Από τά τέλη τοῦ 15ου καί σέ ὁλόκληρο τόν 16ο αἰώνα, περίοδο πνευματικῆς ἀνακάμψεως τοῦ ὑπόδουλου ῾Ελληνισμοῦ, ἡ Μονή ἐνισχύθηκε, ὅπως καί ἄλλες ἁγιορειτικές Μονές, ἀπό ὀρθόδοξους ἡγεμόνες τῶν παραδουνάβιων περιοχῶν. Πρῶτος τήν εὐεργέτησε ὁ μέγας λογοθέτης τῆς Βλαχίας Στάικος5, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζεται σέ ἔγγραφο τοῦ 1501 νέος κτίτορας τῆς Μονῆς. Εὐεργέτης της ὑπῆρξε καί ὁ γαμβρός του, μέγας ποστέλνικος Νεαγκόε ἀπό τό Περίς6 (1516-1529). ῎Αλλος ἕνας ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας ὁ ὁποῖος προσφέρει σημαντική ἀρωγή κατά τήν περίοδο αὐτή στή Μονή εἶναι ὁ Νεαγκόε Μπασαράμπ Κραϊοβέσκου (1512-1521), πρόσωπο γνωστό κυρίως ἀπό τήν ἰδιαίτερη σχέση του μέ τόν ὅσιο Νήφωνα, στό ρουμανικό βίο τοῦ ὁποίου χαρακτηρίζεται καί ὡς κτίτορας τῶν Μονῶν Παντοκράτορος καί ᾿Ιβήρων. Μέ ἀνακαινιστικά ἔργα στή Μονή κατά τήν περίοδο αὐτή συνδέονται καί τά ὀνόματα δύο ἀκόμη ἀξιωματούχων τῆς Μολδοβλαχίας· α) τοῦ Μπάρμπουλου, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τόν Μπάρσκυ τρίτος κτίτορας τῆς Μονῆς, ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν, μέ βάση τά ὑπάρχοντα στοιχεῖα, νά τόν ταυτίσουμε μέ κάποιον ἀπό τούς ὁμώνυμους ἀξιωματούχους πού μνημονεύονται κατά τήν περίοδο αὐτή, καί β) τοῦ μεγάλου βεστιαρίου καί λογοθέτη (1516-1523, 1539-1541) τῆς Μολδαβίας Γαβριήλ Τοτρουσιάν (Tortusanu), ὁ ὁποῖος χρηματοδότησε τήν ἐπισκευή τοῦ βυζαντινοῦ ὑδραγωγείου τῆς Μονῆς τό 15367. Μεταξύ τῶν εὐεργετῶν αὐτῆς τῆς περιόδου μποροῦμε νά κατατάξουμε καί τόν μέγα κόμη Barcan (1560-1568) καί τούς τρεῖς γιούς του Radul, Manea καί Diicul, οἱ ὁποῖοι χρηματοδοτοῦν τήν κατασκευή τῆς ἀργυρῆς ἐπενδύσεως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Καλυβίτου.

Παράλληλα μέ τίς δωρεές αὐτές πρός τή Μονή, οἱ ὁποῖες σχετίζονται μέ τίς σοβαρές ἐπισκευαστικές ἐργασίες πού ἐκτελέστηκαν κατά τήν περίοδο αὐτή, τό Σεπτέμβριο τοῦ 1537 ὁ πατριάρχης ῾Ιερεμίας Α´ ἐπικύρωσε μέ σιγίλλιό του τήν ἀνεξαρτησία τῆς Μονῆς καί τά δίκαιά της, ὅπως αὐτά ὁρίζονταν σέ παλαιότερο σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη ᾿Αντωνίου Δ´. ᾿Επιπλέον, μέ μία σειρά ἐγγράφων προερχομένων ἀπό τά ὄργανα καί τούς φορεῖς ἐκκλησιαστικῆς καί μοναχικῆς διοικήσεως, ὅπως ὁ πατριάρχης ῾Ιερεμίας Β´ ὁ Τρανός, ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάσαφ ᾿Αργυρόπουλος καί ὁ ἐπίσκοπος ῾Ιερισσοῦ Μακάριος, καθώς καί ἡ Σύναξη καί οἱ Πρῶτοι τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ρυθμίζονταν θέματα πού ἀφοροῦσαν ἐδαφικές διαφορές της μέ ἄλλες ἁγιορειτικές Μονές ἤ τήν ἐπικύρωση μετοχίων της ἐκτός τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους.

῾Η ἄνθηση τῆς Μονῆς κατά τήν περίοδο αὐτή πιστοποιεῖται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι κατά τό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 16ου αἰῶνος ἐγκαταβιοῦσε σ᾿ αὐτήν σημαντικός ἀριθμός μοναχῶν (κυμάνθηκε ἀπό 40 ἕως 215 μοναχούς). Τό 1574, στό Τυπικό τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους πού συνέταξε ὁ πατριάρχης ῾Ιερεμίας Β´ ὁ Τρανός, ἡ Μονή καταλαμβάνει πλέον τήν ἕβδομη θέση μεταξύ τῶν ἁγιορειτικῶν Μονῶν, θέση τήν ὁποία διατηρεῖ ὥς τίς μέρες μας.

῾Η δήμευση τῶν ἁγιορειτικῶν κτημάτων ἀπό τόν σουλτάνο Σελίμ Β´ τό 1568 ἀνάγκασε τίς Μονές νά δανεισθοῦν ὑπέρογκα ποσά μέ ἐπαχθεῖς ὅρους γιά νά ἐξαγοράσουν ἐκ νέου τά μετόχια τους καί νά καταβάλουν χαράτσι 14.000 χρυσῶν φιορινίων καί ἄλλους φόρους. Τό γεγονός αὐτό δημιούργησε καί στή Μονή οἰκονομικά προβλήματα, τά ὁποῖα προσπάθησε νά ἀντιμετωπίσει καταφεύγοντας σέ ζητεῖες. ᾿Επιπλέον, ἡ καταπάτηση τοῦ μεγάλου μετοχίου τῆς Μονῆς στή Λῆμνο τό 1581, τήν ἀνάγκασε νά πληρώσει 130.300 ἄσπρα γιά τήν ἀνάκτησή του.

Σύντομα ἡ Μονή κατόρθωσε νά ἀνακάμψει καί, ἐπιπλέον, νά ἀποκτήσει διά δωρεᾶς ἤ ἐξ ἀγορᾶς νέα μετόχια καί κτήματα, ὅπως τό μοναστήρι Κατσόρι στή Βλαχία, τό ὁποῖο δώρισε τό 1629 ὁ ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας ᾿Ιωάννης ᾿Αλέξανδρος (Ilias). Συγχρόνως ἄρχισαν νά ἐκτελοῦνται νέες ἐργασίες ἀνακαινίσεως καί ἐπεκτάσεως σέ διάφορα κτίσματα τῆς Μονῆς, ὅπως τό Καθολικό καί ἡ νοτιοανατολική πτέρυγα. ῎Ετσι ὅταν τό 162930 ἐπισκέφθηκε «τόν Παντοκράτορα» ὁ Σερραῖος κληρικός παπα-Συναδινός, κατά τή διάρκεια ἑνός προσκυνηματικοῦ ταξιδιοῦ του στό ῞Αγιον ῎Ορος, τό ὁποῖο καταγράφει στή Χρονογραφία του, τόν χαρακτηρίζει «σιμαζηχτηκόν μοναστῆρι», δηλ. νοικοκυρεμένο.

᾿Ακολούθησε μία περίοδος ὕφεσης ἀπό τά μέσα τοῦ 17ου ἕως τά μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος. Τότε πιθανότατα διακόπτεται καί ὁ κοινοβιακός βίος τῆς Μονῆς, μέ τελευταῖο γνωστό ἡγούμενό της τόν ῾Ιερεμία (1648-1656), χωρίς ὡστόσο νά ἀποκλείεται ὅτι εἶχαν ἤδη προϋπάρξει κάποια μικρά διαστήματα ἰδιορρυθμίας, φαινόμενο πού ἀσφαλῶς συνδέεται μέ τίς οἰκονομικές δυσχέρειες πού εἶχε ἀντιμετωπίσει κατά περιόδους ἡ Μονή. Κατά τήν περίοδο αὐτή ἡ Μονή εἶχε νά ἀντιμετωπίσει, ὅπως καί οἱ ἄλλες Μονές τοῦ ῎Ορους, καί τό φαινόμενο τῆς πειρατείας. Τό γεγονός ὅτι, σύμφωνα μέ τόν Μπάρσκυ, ἡ Μονή δεχόταν συχνά πειρατικές ἐπιδρομές, ἀνάγκασε τούς μοναχούς νά ὀχυρώσουν τούς πύργους της μέ κανόνια.

Μέ τήν ἀρωγή κάποιων παραγωγικῶν μετοχίων της, ὅπως ἐκεῖνα τῆς Θάσου, ἡ Μονή κατόρθωσε κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 18ου αἰῶνος νά ἀνακάμψει καί νά ὁδηγηθεῖ σέ νέα περίοδο ἀνθήσεως, ἡ ὁποία σηματοδοτεῖται ἀπό τήν πρόσκτηση νέων μετοχίων, τήν ἀνάπτυξη τῶν παλαιοτέρων καί τήν ἐκτέλεση οἰκοδομικῶν ἔργων μεγάλης κλίμακος στή Μονή. Γιά τά ἔργα αὐτά θεωρεῖται ἰδιαίτερα σημαντική ἡ συμβολή δύο δραστήριων σκευοφυλάκων τῆς Μονῆς κατά τήν περίοδο αὐτή, τοῦ προηγουμένου Κυρίλλου καί τοῦ μοναχοῦ ῾Ιεροθέου, τά ὀνόματα τῶν ὁποίων μνημονεύονται σέ ἀρκετές ἀνακαινιστικές ἐπιγραφές αὐτῆς τῆς περιόδου. ᾿Ανοικοδομήθηκε ἡ Τράπεζα, ἐπισκευάστηκαν ὁ κεντρικός τροῦλλος τοῦ Καθολικοῦ καί ἡ δυτική πτέρυγα καί ἀνακαινίστηκε ἡ βόρεια μαζί μέ τά παρεκκλήσια τῶν ῾Αγίων ᾿Ανδρέα καί ᾿Ιωαννικίου καί τῶν ᾿Αρχαγγέλων. ᾿Ιδιαίτερη μέριμνα καταβλήθηκε ἐπίσης γιά τόν ἐμπλουτισμό τοῦ Σκευοφυλακίου μέ νέα ἱερά κειμήλια, καθώς καί γιά τήν κατασκευή πολύτιμων λειψανοθηκῶν.

Παρά τό γεγονός ὅτι ὅλες αὐτές οἱ ἐργασίες δημιούργησαν μεγάλα χρέη στή Μονή, οἱ Παντοκρατορινοί κατόρθωσαν, συνεπικουρούμενοι ἀπό τόν γνωστό Θεσσαλονικέα εὐπατρίδη ᾿Ιωάννη Γούτα Καυταντζόγλου, νά ἀντιμετωπίσουν καί τή νέα δυσχερή οἰκονομική κατάσταση. Κατά τήν περίοδο αὐτή γνωρίζουμε ὅτι στή Μονή ἐγκαταβιοῦσε ἕνας σημαντικός ἀριθμός μοναχῶν, πού κυμαινόταν ἀπό 60 ἕως 136 πατέρες.

῾Η ᾿Επανάσταση τοῦ 1821 σήμανε τήν ἀπαρχή νέων μεγάλων περιπετειῶν γιά τή Μονή, ὅπως καί γιά ὁλόκληρο τό ῞Αγιον ῎Ορος. Οἱ ῾Αγιορεῖτες ὑποστήριξαν ἐμφανῶς τήν ἐπαναστατική δράση τοῦ ᾿Εμμανουήλ Παπᾶ στήν ᾿Ανατολική Μακεδονία. Μάλιστα, σύμφωνα μέ προφορική παράδοση, γιά τούς σκοπούς τῆς ᾿Επαναστάσεως στό ῞Αγιον ῎Ορος παραχωρήθηκαν καί τά κανόνια τῶν πύργων τῆς Μονῆς, τά ὁποῖα ἀπεικονίζονται σέ παλαιές χαλκογραφίες. ῞Ομως, ἡ ἀποτυχία τῶν μακεδονικῶν δυνάμεων τοῦ ᾿Εμμανουήλ Παπᾶ ἄνοιξε τούς ἀσκούς τοῦ Αἰόλου γιά τό ῞Αγιον ῎Ορος. Τό Φεβρουάριο τοῦ 1822 εἰσῆλθαν τουρκικά στρατεύματα, τά ὁποῖα ἐγκαταστάθηκαν στίς Μονές, ὑποχρεώνοντας μάλιστα τούς ἐναπομείναντες μοναχούς νά μεριμνοῦν γιά τή συντήρησή τους. Ταυτοχρόνως ἐπιβλήθηκαν βαρύτατοι φόροι, γεγονός πού ὁδήγησε τίς Μονές σέ ἀπόλυτη ἔνδεια. Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό ὅσα ἀναφέρουν σέ ἔγγραφό τους τό 1827 οἱ ἐπίτροποι τῆς Μονῆς προηγούμενος Θεόκλητος καί γέρων ᾿Αγάπιος· «Καθὼς εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὑστερούμεθα καὶ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον».

Οἱ περισσότεροι πατέρες τῆς Μονῆς, ὅπως καί ἄλλων ἁγιορειτικῶν Μονῶν, εἶχαν ἤδη ἐγκαταλείψει τό ῞Αγιον ῎Ορος πρό τῆς ἐλεύσεως τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων. Κατέφυγαν μέ πλοιάριο τῆς Μονῆς ἀρχικά στή Θάσο καί ἀπό ἐκεῖ στή Σκόπελο, μεταφέροντας μαζί τους ὅλα τά κειμήλια τῆς Μονῆς, τά ὁποῖα, μετά τήν ἄφιξή τους στή Σκόπελο, κατέγραψαν καί παρέδωσαν στούς ἀρεοπαγίτες ἐκπροσώπους τῆς Βουλῆς τῆς Κορίνθου Δρόσο Μανσόλο καί Κυριακό Τασίκα, μέ σκοπό νά ἐκποιηθοῦν γιά τίς ἀνάγκες τοῦ ᾿Αγώνα. Τά ἱερά ἄμφια φυλάχθηκαν στή Μονή τῆς ᾿Επισκοπῆς στή Σκόπελο. Σύμφωνα μέ τόν ὑπουργό οἰκονομικῶν τῆς ῾Ελλάδος Κ. Νοταρᾶ, τό ἀσήμι καί τό χρυσάφι πού χωνεύθηκε ἀπό τά κειμήλια τῆς Μονῆς ἀνερχόταν σέ ἀξία στά 6.250 γρόσια, ποσό τό ὁποῖο, ἀσφαλῶς, δέν ἀνταποκρίνεται στήν πραγματικότητα, δεδομένης τῆς ἱστορικῆς ἀξίας τῶν σκευῶν καί τῆς πολύτιμης καί περίτεχνης διακοσμήσεώς τους.

῞Οσα κειμήλια δέν χρησιμοποιήθηκαν μεταφέρθηκαν στή Μονή τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου στήν Πελοπόννησο, ἀπ᾿ ὅπου καί ἐπεστράφησαν τελικά στή Μονή τό 1830, μετά τήν ἀποχώρηση τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος, μέ ἐνέργειες τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τῆς ῾Ελλάδος ᾿Ιωάννη Καποδίστρια.

Μετά τό τέλος αὐτῆς τῆς πολυετοῦς καί ἐπώδυνης περιπέτειας τῶν παντοκρατορινῶν μοναχῶν, ἡ Μονή ἀνασυγκροτήθηκε καί ἀναδιοργανώθηκε. Μέ δαπάνες τοῦ παντοκρατορινοῦ ἀρχιμανδρίτη καί οἰκονόμου τῆς Μονῆς στό μετόχι τῆς Βλαχίας Μελετίου Κατσοράνου τοῦ Κυδωνιέως πραγματοποιήθηκαν σοβαρές ἀνακαινίσεις καί ἐπισκευές κυρίως στό Καθολικό, τοῦ ὁποίου ἐπιζωγραφήθηκαν καί οἱ τοιχογραφίες, ὅπως καί σέ ἄλλα κτίσματα. Παρά τά οἰκονομικά προβλήματα πού ἐξακολουθοῦσαν νά τήν ταλανίζουν, ἡ Μονή γνώρισε σταδιακή ἀνάκαμψη καί ἀριθμοῦσε τό 1903 58 μοναχούς.