Θέση καί ὀνομασία τῆς Μονῆς

῾Η «βασιλικὴ καὶ πατριαρχικὴ μονὴ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Παντοκράτορος» εἶναι κτισμένη ἐπάνω σέ βραχῶδες ἔξαρμα, στήν ἀπόληξη δασωμένης πλαγιᾶς καί σέ ὕψος 30 περίπου μέτρων ἀπό τή θάλασσα, στή βορειοανατολική πλευρά τῆς χερσονήσου τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ῾Η θέση αὐτή τῆς παρέχει τό προνόμιο μιᾶς ἐξαιρετικῆς θέας τόσο πρός τό βόρειο Αἰγαῖο, μέ ἄμεσα ὁρατή τή Θάσο, ἀλλά καί τή Λῆμνο, τή Σαμοθράκη καί, σπανιότερα, τήν ῎Ιμβρο, ὅταν ὁ καιρός εἶναι καθαρός, ὅσο καί πρός τίς νοτιοανατολικές ἀκτές τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καί τόν ἐπιβλητικό ῎Αθωνα, μέ τήν ἀπότομη κορυφή του.



Ἀεροφωτογραφία τῆς Μονῆς.

῾Η θέση τῆς Μονῆς ἐξαίρεται ἀπό ῞Ελληνες καί ξένους συγγραφεῖς καί περιηγητές. ῾Ο ᾿Ιωάννης Κομνηνός σημειώνει στό Προσκυνητάριόν του τό 1701 ὅτι «τὸ ἱερὸν καὶ σεβάσμιον μοναστήριον τοῦ Παντοκράτορος εἶναι πολλὰ εὔμορφον, διότι εὑρίσκεται εἰς τοποθεσίαν καλὴν σιμὰ εἰς τὴν θάλασσαν, περιτριγυρισμένον μὲ κάστρον στερεόν», ἐνῶ ὁ Κοσμᾶς Βλάχος σημειώνει μέ γλαφυρό ὕφος ὅτι ἡ Μονή «κεῖται ἐπὶ τῆς ἀνατολικῆς παραλίας τοῦ ῎Ορους στηρίζουσα τὴν βορειοανατολικὴν αὐτῆς πλευρὰν ἐπὶ κυματοπλῆγος βράχου· ὁ ὁρίζων αὐτῆς εἶναι εὐρύτατος καὶ ἡ θραυομένη πρὸ τῶν βάσεων αὐτῆς τρικυμιῶσα θάλασσα παρέχει ἄγριον καὶ ἀπολαυστικὸν θέαμα».

Στή νότια πλευρά τοῦ βραχώδους ἐξάρματος ἐπί τοῦ ὁποίου δεσπόζει ἡ Μονή, κατασκευάστηκε μικρό λιμάνι, τό ἕνα ἀπό τά δύο «μανδράκια» τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, πού ἀσφάλιζε κατά τό παρελθόν τά μικρά πλοιάρια σέ περιπτώσεις τρικυμιῶν. ᾿Εκτός τῆς θαλασσίας προσβάσεως, στή Μονή ὁδηγεῖ σήμερα δασικός δρόμος πού διανοίχθηκε ἀπό τίς Καρυές, διακλαδιζόμενος ἀριστερά ἀπό τόν δρόμο πού κατευθύνεται πρός τή Μονή ᾿Ιβήρων, μετά τή γέφυρα. Συνδέεται ἐπίσης μέ μονοπάτια, τόσο μέ τή Μονή Βατοπεδίου πρός τά βορειοανατολικά, ὅσο καί μέ τίς Μονές Σταυρονικήτα καί ᾿Ιβήρων, ἐνῶ σέ καλή κατάσταση διατηρεῖται καί τό λιθόστρωτο πού συνδέει τή Μονή μέ τήν ὑποκείμενη σ᾿ αὐτήν Σκήτη τοῦ Προφήτου ᾿Ηλιού, μέσα ἀπό μία ἐντυπωσιακή διαδρομή.

῾Η Μονή ὀνομάζεται στά ἀρχαιότερα βυζαντινά ἔγγραφα «θεῖον φροντιστήριον τοῦ παντοκράτορος σωτῆρος Χριστοῦ», καί ἀργότερα «βασιλικὴ καὶ πατριαρχικὴ μονὴ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Παντοκράτορος», ὀνομασία πού μᾶς παραπέμπει στήν, ἀρχαιότερη, ὁμώνυμή της βυζαντινή μονή πού βρισκόταν στήν Κωνσταντινούπολη, τήν περιώνυμη μονή Παντοκράτορος, στήν ὁποία μόνασαν μεγάλες μοναστικές μορφές τῆς βυζαντινῆς περιόδου. Κατέχει τήν ἕβδομη θέση στήν ἱεραρχία τῶν εἴκοσι κυρίαρχων ἀθωνικῶν Μονῶν, μετά τή Μονή Κουτλουμουσίου καί πρίν ἀπό τή Μονή Ξηροποτάμου. ῎Εχει ἀντιπροσωπεῖο στίς Καρυές, τιμώμενο ἐπ᾿ ὀνόματι τῶν Τριῶν ῾Ιεραρχῶν, ἐνῶ, σύμφωνα μέ τόν Καταστατικό Χάρτη τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ἀνά πενταετία ἀσκεῖ ἐπιστασία στήν τετράδα τῶν Μονῶν τῆς ᾿Ιβηριτικῆς πρωτεπιστασίας (Μονές ᾿Ιβήρων, Παντοκράτορος, Φιλοθέου, Σιμωνόπετρας).



Νοτιοδυτική ἄποψη τοῦ κτιριακοῦ συγκροτήματος τῆς Μονῆς μέ τό λιμάνι, τούς ταρσανάδες καί τά ἐργατόσπιτα.