1. Γενική Άποψη
 
2. Καθολικό

 3. Πύργος
 
 

2. Καθολικό



Ἄποψη τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς.

Στό βόρειο τμῆμα τοῦ αὐλείου χώρου τῆς Μονῆς ἔχει ἀνεγερθεῖ τό Καθολικό, ἀφιερωμένο στήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. ῾Ως γνωστόν, ἡ ἑορτή αὐτή συνδέεται ἄμεσα μέ τή διδασκαλία περί τοῦ ἀκτίστου φωτός πού εἶχαν διατυπώσει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί οἱ λοιποί ῾Ησυχαστές πατέρες κατά τόν 14ο αἰώνα, λίγες δεκαετίες πρό τῆς ἱδρύσεως τῆς Μονῆς. Δέν εἶναι, λοιπόν, τυχαῖο ὅτι ἀρκετά καθολικά Μονῶν πού ἱδρύθηκαν κατά τήν ἴδια περίοδο, ὅπως τῆς Μονῆς Βλατάδων στή Θεσσαλονίκη ἀπό μαθητές τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καί τοῦ Μεγάλου Μετεώρου ἀπό τόν ὅσιο ᾿Αθανάσιο τό Μετεωρίτη, ἀφιερώθηκαν στή Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος.

᾿Αρχιτεκτονικά ὁ ναός ἀνήκει στόν τύπο τοῦ τρίκογχου σταυροειδοῦς ἐγεγραμμένου ναοῦ ἁγιορειτικοῦ τύπου, μέ μία βασική, ὅμως, διαφοροποίηση, πού προκύπτει ἀπό τήν ἐπιμήκυνση τῆς ἀνατολικῆς καμάρας καί τήν προσθήκη δύο πολυγωνικῶν κατασκευῶν στίς δύο γωνίες τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος (Τυπικαριῶν), ἡ ὁποία καθιστᾶ τήν ἀρχιτεκτονική τοῦ Καθολικοῦ ἰδιόμορφη.

Μέ βάση ποικίλες μαρτυρίες καί τίς νεότερες ἀρχαιολογικές ἔρευνες προκύπτει ὅτι τό μολυβδοσκέπαστο Καθολικό πῆρε τή σημερινή του μορφή μετά ἀπό τρεῖς οἰκοδομικές φάσεις. ῾Η πρώτη χρονολογεῖται στήν περίοδο ἱδρύσεως τῆς Μονῆς καί περιλαμβάνει τόν Κυρίως Ναό, τό ἀνατολικό τμῆμα τῆς Λιτῆς καί τό παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. ῾Η δεύτερη χρονολογεῖται τό 1614 καί ἀφορᾶ στήν προέκταση τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος πρός τά ἀνατολικά καί ἡ τρίτη σχετίζεται μέ τίς σοβαρές παρεμβάσεις πού πραγματοποιήθηκαν τό 1847, μέ δαπάνη τοῦ ἀρχιμανδρίτη Μελετίου Κατσοράνου τοῦ Κυδωνιέως, στόν ᾿Εξωνάρθηκα, τή Λιτή καί τό δάπεδο τοῦ Καθολικοῦ.

α. ῾Ο Κυρίως Ναός

῾Ο ἀρχικός ναός ἐγκαινιάσθηκε περί τό 1363. Μέ τά ἐγκαίνιά του σχετίζεται προφανῶς ἡ μαρμάρινη ἐπιγραφή, πού παλαιότερα βρισκόταν στά Κατηχούμενα, στό δυτικό τοῖχο τοῦ Καθολικοῦ, καί σήμερα εἶναι ἐντοιχισμένη στήν κλίμακα πού ὁδηγεῖ ἀπό τόν ᾿Εξωνάρθηκα στό Κωδωνοστάσιο:

Τέσσερις μαρμάρινοι κίονες βαστάζουν τόν κεντρικό τροῦλλο, σχηματίζοντας ταυτοχρόνως, βορείως καί νοτίως, τίς κόγχες τῶν χορῶν, πού στεγάζονται μέ τεταρτοσφαίρια. Στό κέντρο περίπου τοῦ Κυρίως Ναοῦ, δεξιά καί ἀριστερά δεσπόζουν τά δύο μαρμάρινα προσκυνητάρια, ἔργα τοῦ Τήνιου γλύπτη Γεωργίου Φιλιππότη καί δωρεές τῶν μοναχῶν ᾿Ακινδύνου τοῦ ἐξ ῎Ανδρου καί Θεοφίλου τοῦ Λεσβίου, τά ὁποῖα κατασκευάστηκαν τό 1896. Σ᾿ αὐτά εἶναι τοποθετημένες ἡ νέα ψηφιδωτή εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως καί ἡ ἐφέστιος θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γεροντίσσης ἀντίστοιχα.

᾿Αξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ παρουσία αὐτῆς τῆς μεγάλων διαστάσεων (1,96 Χ 0,76 μ.) εἰκόνας στόν Κυρίως Ναό εἶναι πράγματι ἐπιβλητική, καθώς ἡ Θεοτόκος ἀπεικονίζεται ὁλόσωμη, σέ στάση δεξιόστροφης δέησης, στόν τύπο τῆς ῾Αγιοσορείτισσας11. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῆς Μονῆς, τήν εἰκόνα μετέφεραν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη οἱ κτίτορες, ὅταν ἐπρόκειτο νά θεμελιώσουν τό μοναστήρι. Τήν ἔθεσαν στό σημεῖο ὅπου εἶχαν ἐπιλέξει καί ἄρχισαν τίς ἐργασίες. Τό ἑπόμενο πρωΐ, ὅμως, ἡ εἰκόνα βρέθηκε στό σημεῖο πού βρίσκεται σήμερα ἡ Μονή. Τήν ἐπανέφεραν στό ἀρχικό μέρος καί συνέχισαν τίς ἐργασίες. Τήν ἄλλη μέρα ἡ εἰκόνα βρέθηκε γιά δεύτερη φορά στή σημερινή τοποθεσία τῆς Μονῆς. Μετά ἀπό τρίτη ἐπανάληψη τοῦ θαύματος, οἱ κτίτορες οἰκοδόμησαν τή Μονή στό σημεῖο πού ἐπέλεξε ἡ Παναγία. ῾Η ἀρχική θέση πού εἶχαν ἐπιλέξει οἱ κτίτορες ταυτίζεται μέ τό σημεῖο ὅπου βρίσκεται σήμερα τό παρεκκλήσιο τοῦ Μεγάλου ᾿Αθανασίου, 500 περίπου μέτρα βορειοδυτικά τῆς Μονῆς.



Ὁ Κυρίως Ναός. Πρώτη Ἀνάσταση.

Στή συνέχεια παρατίθεται αὐτούσια ἡ Διήγησις περὶ τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος τῆς Θεομήτορος τῆς ἐπονομαζομένης «Γεροντίσσης», ἀπό τό ἔργο ᾿Ανωτέρα ἐπισκίασις ἐπί τοῦ ῎Αθω (Κωνσταντινούπολη 1861):



Ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῆς "Γεροντίσσης".

«῾Η ῾Αγία αὕτη Εἰκὼν ἵσταται τὴν σήμερον ἐντὸς τοῦ Καθολικοῦ Ναοῦ, ἐπὶ τοῦ κατὰ ἀνατολὰς κίονος τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ· τὸ πάλαι δὲ εὑρίσκετο ἐντὸς τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος. ῏Ην δέ ποτε ἐν αὐτῷ τῷ Μοναστηρίῳ εἷς Καθηγούμενος ἐνάρετος καὶ προβεβηκὼς τῇ ἡλικίᾳ, ὅστις καὶ ἠσθένησεν ὀλίγον πρὸ τῆς προσεγγιζούσης τελευτῆς αὐτοῦ καὶ κατὰ ἀποκάλυψιν ἐγνώρισε τὸν καιρὸν αὐτῆς. ᾿Επιποθῶν δὲ ἵνα πρὸ τῆς αὐτοῦ ἀναχωρήσεως εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν καταξιωθῇ τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν Μυστηρίων τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, παρεκάλει τὸν ἐφημερεύοντα τότε ῾Ιερομόναχον, ἵνα σπεύσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς Θείας ῾Ιερουργίας· ἀλλ᾿ ὁ ῾Ιερομόναχος οὐδόλως ἔβαλε προσοχὴν ἰδιαιτέραν εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ Καθηγουμένου αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἐποίει τὸ ἔργον αὐτοῦ ἀργῶς· ὅθεν ἀμέσως ἀκούει παρὰ τῆς εὑρισκομένης τότε, ὡς ἔφημεν, ἐν τῷ Βήματι θεομητορικῆς ταύτης Εἰκόνος, ἀπειλητικὴν φωνήν, διατάττουσαν αὐτὸν ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ θέλησιν τοῦ Καθηγουμένου αὐτοῦ· ὅθεν, διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν προσῳκειώθη τῇ ῾Αγίᾳ ταύτῃ Εἰκόνι τὸ συμβολικὸν τοῦτο ὄνομα Γερόντισσα.

β. Τό ῾Ιερό Βῆμα

῾Ο Κυρίως Ναός διαχωρίζεται ἀπό τό χῶρο τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος μέ τό ἐξαιρετικῆς τέχνης ἐπιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, τό τρίτο στήν ἱστορία τοῦ Καθολικοῦ, τό ὁποῖο κατασκευάστηκε τό 1640, μετά τήν προαναφερθεῖσα ἐπέκταση, ἀπό τόν Χρύσανθο Κληέντη καί εἶναι διακοσμημένο μέ φυτικά θέματα:

Πρόκειται γιά μία ἐξαιρετικά σημαντική ἐπιγραφή, ὄχι μόνο διότι μᾶς παρέχει χρονολογικά καί προσωπογραφικά στοιχεῖα γιά τήν κατασκευή τοῦ ἐν λόγω τέμπλου, ἀλλά καί διότι, σύμφωνα μέ τόν ἀρχαιολόγο ᾿Ι. Παπάγγελο, εἶναι ἡ πρώτη φορά πού χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «τέμπλον» γιά νά δηλώσει τό σύνολο τοῦ φράγματος τοῦ πρεσβυτερίου καί ὄχι μόνο τό ἐπιστύλιο.



Θεοτόκος ἡ Πάντων Χαρά. Ἔργο Θεοφάνους τοῦ Κρητός, τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ. 1535 -1546.


Χριστός Παντοκράτωρ. Ἔργο Θεοφάνους τοῦ Κρητός, τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ. 1535 -1546.

Τό τέμπλο κοσμεῖται κυρίως ἀπό τίς δύο θαυμάσιες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος καί τῆς Θεοτόκου τῆς «Πάντων Χαρᾶς», ἔργα τοῦ Θεοφάνους τοῦ Κρητός (1535-1546).

γ. ῾Η Λιτή



Ἡ βασιλική πύλη τῆς Λιτῆς.

῾Ο χῶρος τῆς Λιτῆς (ἤ ᾿Εσωνάρθηκας), δυτικά τοῦ Κυρίως Ναοῦ, συνδέεται μέ αὐτόν μέ μία κεντρική μαρμάρινη πύλη, τήν βασίλειο πύλη, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ κλασικά πρότυπα, καί δύο παραπόρτια ἑκατέρωθεν. Σημαντικές παρεμβάσεις στό χῶρο τῆς Λιτῆς πραγματοποιήθηκαν κατά τήν ἀνακαίνιση τοῦ 1847, ἔργο πού πραγματοποίησε ὁ Τήνιος μάστορας Χατζη ᾿Αντώνης Λύτρας, πατέρας τοῦ μεγάλου ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα, σύμφωνα μέ τή σωζόμενη ἐπιγραφή στό ἐξωτερικό ὑπέρθυρο:

Τότε, οἱ δύο προϋπάρχοντες μικροί νάρθηκες ἑνώθηκαν καί τοποθετήθηκε κοινή στέγη μέ τρεῖς τρούλλους, στηριζόμενη σέ μαρμάρινους κίονες. Συγχρόνως κατεδαφίστηκε τό παρεκκλήσιο τῶν Τριῶν ῾Ιεραρχῶν, πού βρισκόταν στή δεξιά πλευρά τῆς Λιτῆς ὅπου βρισκόταν ὁ Τάφος τῶν κτιτόρων, καθώς καί ἐξαιρετικές τοιχογραφίες τοῦ Θεοφάνους τοῦ Κρητός. ῾Η ἀνακαίνιση αὐτή, καθώς καί ἡ ἐπιζωγράφηση τῶν τοιχογραφιῶν μαρτυρεῖται καί ἀπό δεύτερη ἐπιγραφή, πάνω ἀπό τό ὑπέρθυρο τῆς κεντρικῆς πύλης, πού συνδέει τή Λιτή μέ τόν Κυρίως Ναό.